Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ

Η ΜΑΧΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΘΡΥΛΟΣ

Η ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΡΟΔΟΤΟ

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ  (βίντεο 20΄)

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Η μάχη των Θερμοπυλών, η πιο θρυλική μάχη της ανθρώπινης Ιστορίας, η μάχη που δίδαξε στους ανθρώπους ότι υπάρχουν αξίες πιο σημαντικές  από την ίδια την ανθρώπινη ζωή όπως η ελευθερία, η μάχη που εξακολουθεί να συγκινεί χιλιάδες χρόνια μετά, ζωντανεύει μέσα από τη συναρπαστική αφήγηση του Ηλία Μπαζίνα.

Δέκα χρόνια μετά την περσική ήττα στο Μαραθώνα, ο γιος του Δαρείου Α’ , ο Ξέρξης, συγκέντρωσε το μεγαλύτερο στρατό που είχε δη ποτέ ως τότε ο κόσμος. Ακριβείς αριθμούς δεν μπορούμε να έχουμε, οι ιστορικές απόψεις είναι διχασμένες. Παρ’ όλα αυτά τα νούμερα πρέπει να ήταν εξωφρενικά. Σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν την περσική κινητοποίηση συγκρίσιμη προς αντίστοιχα δεδομένα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Προσεκτικές αναλύσεις, ιδίως σε θέματα επιμελητείας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο συνολικός αριθμός ατόμων που κινητοποίησε ο Ξέρξης μετριόταν σε μονοψήφια εκατομμύρια !

Αυτονόητα, μαχητές κατά ξηρά, δηλ. πεζικό και ιππικό, ήταν ένα όχι ιδιαίτερο μεγάλο ποσοστό του συνόλου. Οι Πέρσες χρησιμοποίησαν περισσότερα από χίλια μεγάλα πλοία, πολύ μεγαλύτερα από τις ελληνικές τριήρεις. Ο αριθμός των βοηθητικών σκαφών ήταν κυριολεκτικά ανυπολόγιστος.

Για τη μετακίνηση όλων των μάχιμων τμημάτων του στρατού τους οι Πέρσες χρησιμοποίησαν ανεξάντλητες εφεδρείες σε έμψυχο υλικό. Μόνο η δημιουργία διώρυγας στη χερσόνησο του Άθω και η γεφύρωση του Ελλήσποντου πρέπει να απαίτησαν την απασχόληση ενός ικανού σώματος «μηχανικού» αλλά και τη διάθεση ιλιγγιώδους για τα δεδομένα της εποχής εργατικού δυναμικού.

Ο Ξέρξης ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει ούτε τα στοιχεία της φύσης να κρίνουν την τύχη της εκστρατείας του. Εβάδισε κατά της ηπειρωτικής Ελλάδας δια ξηράς και η αίσθηση που προκάλεσε η προέλαση της στρατιάς του ήταν αίσθηση τρόμου και απελπισίας.

Μολοταύτα οι Έλληνες, τουλάχιστον όσοι απείχαν ακόμα πολύ από την εμπροσθοφυλακή των Περσών, εξακολουθούσαν να μην έχουν σαφή αντίληψη του κινδύνου, απασχολημένοι όπως ήταν σε μόνιμη βάση να «τρώγονται» μεταξύ τους. Μόνο στην Αθήνα υπήρχε κάποιος, ο μεγαλοφυής Θεμιστοκλής, που είχε απόλυτα ξεκάθαρη εικόνα των πραγμάτων.

Ο δαιμόνιος αλλά και αδίστακτος Αθηναίος πολιτικός χρησιμοποίησε κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο, για να περάσει τη γνώμη του, όπως άλλωστε έκανε πάντοτε. Το πιο πιθανό είναι ότι τα καμώματα του Θεμιστοκλή έσωσαν τελικά την Ελλάδα.

Οι μακροχρόνιες προσπάθειες του Θεμιστοκλέους είχαν ως αποτέλεσμα να συγκεντρώσουν οι Αθηναίοι ένα στόλο από 300 περίπου τριήρεις, μικρά θαύματα της τεχνολογίας της εποχής. Το οικονομικό κόστος ήταν βαρύ και ο Θεμιστοκλής είχε πολλές και ισχυρές αντιπάθειες μεταξύ των συμπολιτών του. Τα πλοία, όμως, «τα ξύλινα τείχη» του δελφικού χρησμού, ήταν το μόνο σημείο, όπου οι ελληνικές δυνάμεις ήταν συγκρίσιμες προς τις περσικές. Και η κατά θάλασσαν ισχύς αποδείχθηκε τελικά ο μοχλός που κίνησε την μοίρα προς την κατεύθυνση της σωτηρίας των Ελλήνων.

Εξαρχής το απώτερο ελληνικό σχέδιο ήταν η καταστροφή του περσικού στόλου. Προς το σκοπό αυτό, ενώ το σύννεφο σκόνης από την προέλαση της αχανούς στρατιάς του Ξέρξη σκοτεινιάζει το μακεδονικό ουρανό, ο Θεμιστοκλής, επικεφαλής ισχυρού στόλου, αναζητεί το σημείο, όπου θα μπορέσει να εμπλέξει τους Πέρσες σε ναυμαχία. Αρχιναύαρχος, τυπικά, είναι ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης.

Στην ξηρά οι Έλληνες έκριναν αρχικά ότι η πρώτη γραμμή άμυνας έπρεπε να ήταν στα Τέμπη, όπου και παρατάχτηκε υπολογίσιμη δύναμη από οπλίτες, η οποία όμως υποχώρησε μόλις εμφανίστηκε η περσική στρατιά. Διότι ξαφνικά οι επικεφαλής των Ελλήνων συνειδητοποίησαν ότι ο χώρος ήταν πολύ αναπεπταμένος και παρείχε και άλλες διόδους στους Πέρσες, ότι δεν είχαν κάλυψη από θαλάσσης και ότι η περιοχή βρισκόταν ακόμα πολύ κοντά στις τεράστιες αποθήκες ανεφοδιασμού του περσικού στρατού στη Μακεδονία. Οι Έλληνες, λοιπόν, πιάστηκαν αδιάβαστοι και όντας σε αμηχανία αναγκάστηκαν να  υποχωρήσουν. Κρατούσαν την ιστορία στα χέρια τους και δεν ήξεραν τι να την κάνουν. Και τότε, ως από μηχανής θεός, εμφανίζεται στο προσκήνιο η τιτάνια μορφή του Λεωνίδα, γιου του Αναξανδρίδα, Αγιάδη βασιλέως της Σπάρτης.

Με τον ήρεμο, λακωνικό του τρόπο, ο Σπαρτιάτης βασιλιάς έβλεπε τόσο μακριά όσο και ο Θεμιστοκλής. Ίσως ακόμα μακρύτερα. Και διέκρινε ότι τώρα προείχε η σωτηρία της τιμής της πατρίδας. Το σώμα της, η ζωή της, θα σωζόταν μετά. Και προετοίμασε τους άνδρες του για την άνοδο στο θυσιαστήριο.

Και ποιοι ήταν οι άνδρες του ; Τριακόσιοι Σπαρτιάτες. Συνομίληκοί του, ώριμοι άνθρωποι όλοι. Φίλοι του, συμμαθητές του. Μαζί είχαν μεγαλώσει, ήξεραν ο ένας τον άλλο όπως ο αδελφός τον αδελφό, είχαν ζυμωθεί με τη σπαρτιατική αγωγή, που έβλεπε ως ανώτατη αρετή τη θυσία για τον άλλο, το συμπολεμιστή.

Από όλα τα μυστικά της μοναδικής στρατιωτικής ισχύος της Σπάρτης, το μεγαλύτερο ήταν η απόλυτη ταύτιση του Εγώ με το Εμείς. Πουθενά αλλού στην Ελλάδα δε βλάστησε και δεν καλλιεργήθηκε αυτό το πνεύμα και γι’  αυτό ο Σπαρτιάτης του 5ου αιώνα έμεινε ασύγκριτο πρότυπο πολεμικής αρετής, που δεν ξεπεράστηκε ποτέ από άλλους Έλληνες. Ούτε από τους Αθηναίους, που είχαν μεν υψηλότατο ήθος και φρόνημα, ουδέποτε όμως απέβαλαν το Εγώ από την πραγματικότητα του κόσμου τους.

Ο Λεωνίδας μάζεψε τα φιλαράκια του και τους είπε : Ήρθε η ώρα να πεθάνουμε για τη Σπάρτη. Αν εμείς δεν πεθάνουμε τώρα εδώ, η Σπάρτη είναι ένα ψέμα. Και τότε είμαστε κι εμείς ένα ψέμα. Και οι Σπαρτιάτες δέχτηκαν την είδηση με μεγάλη χαρά. Γιατί ο θάνατος έρχεται πάντα για τους θνητούς, δόξα όμως φέρνει μόνο σε λίγους εκλεκτούς.

Οι Σπαρτιάτες, άνθρωποι απλοί σα δέντρα και στέρεοι σα βράχοι του Ταϋγετου, είδαν τις αλήθειες, που ο τρόμος του θανάτου θα έκρυβε ίσως από τα μάτια των παιδιών μιας άλλης πόλης. Είδαν πως ήσαν οι εκλεγμένοι. Και ένιωσαν αγαλλίαση.

Ο Ξέρξης διάβηκε το Σπερχειό και στρατοπέδευσε στην είσοδο της φάραγγας του Ασωπού, στην Τραχίνα. Κι εκεί περίμενε τέσσερις μέρες να σκορπίσουν οι Έλληνες, όπως είχαν κάνει στα Τέμπη. Και μετά έστειλε μαντατοφόρους στο Λεωνίδα, ως αρχιστράτηγο των Ελλήνων και του ζήτησε άμεση παράδοση των όπλων. Μολών λαβέ, του διαμήνυσε ο Λεωνίδας. Έλα να τα πάρεις.

Έντρομοι κάποιοι ντόπιοι έβλεπαν τη σφαγή να έρχεται. Πήγε ένας στο Λεωνίδα να τον πληροφορήσει πόσο κοντά ήταν οι Πέρσες. Εμείς είμαστε κοντά στους Πέρσες, απάντησε ο Λεωνίδας. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι τα βέλη των Μήδων σκίαζαν τον ουρανό, τόσοι πολλοί ήταν. Καλύτερα έτσι, θα πολεμήσουμε στη σκιά, απάντησε ο οπλίτης Διηνέκης.

Με κραυγαλέα έλλειψη συνείδησης του κινδύνου, οι Σπαρτιάτες περνούσαν τις ώρες τους με αθλητικές ασκήσεις και γυμνάσια και με ατομικό καλλωπισμό. Σα να ετοιμάζονταν για γιορτή. Τα νεύρα του Ξέρξη τεντώθηκαν. Ρώτησε το συμβουλάτορά του Δημάρατο, εξόριστο Σπαρτιάτη βασιλιά, τι σόι καμώματα ήταν αυτά. Αυτοί είναι Σπαρτιάτες, μεγάλε βασιλιά, του είπε μελαγχολικά ο Δημάρατος. Αν περιμένεις να τους δεις φοβισμένος, θα περιμένεις πολύ.

Η πρώτη μέρα της μάχης

Τότε ο Ξέρξης διέταξε επίθεση …

Την πρώτη μέρα ρίχτηκαν στη μάχη οι Μήδοι και οι Κίσσιοι, άνδρες ψηλοί, μακρομούρηδες, αγριωποί, με τις μακριές γενειάδες, τις τιάρες και τις πλεχτές πανοπλίες τους από λαμπερά μέταλλα. Φάνταζαν γίγαντες. Τα κύμβαλά τους ανάσταιναν νεκρούς από την κακοφωνία και το δαιμονιώδη θόρυβο, τα βέλη τους έπεφταν εκατό εκατό πάνω σε κάθε άνδρα, τα δόρατα και τα σπαθιά τους ήταν δάσος.

Οι Έλληνες μαχητές, Σπαρτιάτες και λοιποί Πελοποννήσιοι και κάμποσοι Βοιωτοί, συσπειρώθηκαν και καλύφθηκαν με τις μεγάλες, βαριές ασπίδες τους. Υπομονετικά περίμεναν κάτω από το χαλάζι των βελών τη σύγκρουση σώμα με σώμα, όπου ήξεραν ότι υπερείχαν, διότι κατείχαν την τέχνη της όσο κανένας άλλος στρατός στον κόσμο. Με λύσσα και μανία οι Μήδοι, που μόνο δειλοί δεν ήσαν, προσπαθούσαν να σπάσουν τη φάλαγγα των Ελλήνων, να βρουν τα κενά της. Έπεσαν όμως πάνω στους ίδιους τους αρχιμάστορες του «κατά φάλαγγας μάχεσθαι».

Ο Λεωνίδας είχε προνοήσει από την πρώτη στιγμή να επισκευάσει το αρχαίο τείχος, που έκανε τη στενωπό των Θερμοπυλών ακόμα πιο στενή. Στο κλειστό, περιορισμένο μέτωπο, οι Μήδοι δε χωρούσαν να αναπτύξουν την αριθμητική τους υπεροχή. Καλά δασκαλεμένοι οι Πελοποννήσιοι οπλίτες, Δωριείς οι περισσότεροι σαν τους Σπαρτιάτες, «σκάντζαραν» συνέχεια τους κουρασμένους των πρώτων γραμμών, με πειθαρχία και ακρίβεια.

Με τυφλή εμπιστοσύνη στην ποιότητα των όπλων τους διότι η δωρική μεταλλουργία ήταν η καλύτερη στον κόσμο, οι Έλληνες αξιοποιούσαν άψογα τα ελαττώματα του περσικού εξοπλισμού σε υλικό. Οι ελληνικές φάλαγγες κράτησαν και οι Μήδοι υποχώρησαν εξαντλημένοι, αφήνοντας λόφους από νεκρούς.

Η δεύτερη μέρα της μάχης

Το άλλο πρωί, ο Ξέρξης διέταξε να επιτεθούν οι «αθάνατοι», το πιο εκλεκτό από όλα τα σώματα της στρατιάς του, υπό τον Υδάρνη, άριστο των πολεμάρχων του. Σα μανιασμένα κύματα, οι αλλεπάλληλες τυφλές επιθέσεις των επίλεκτων Περσών έσπασαν πάνω στο έρκος των ελληνικών ασπίδων, ενώ τα μακρά ελληνικά δόρατα επέφεραν ανυπολόγιστη φθορά στους επιτιθέμενους.

Κάποια στιγμή οι Σπαρτιάτες αντεπιτέθηκαν τόσο ορμητικά ώστε ο Ξέρξης αναπήδησε πανικόβλητος στο θρόνο του, βλέποντας το φάντασμα του Μαραθώνα να ξαναζεί μπροστά του.

Η τελευταία νύχτα

Εκείνη τη νύχτα ένας Μαλλιεύς ονόματι Εφιάλτης, ζήτησε να δει προσωπικά τον Πέρση βασιλιά. Του αποκάλυψε ότι υπήρχε ένα μονοπάτι, γνωστό με το όνομα Ανόπαια, που οδηγούσε κατευθείαν στα νώτα των Ελλήνων. Το μονοπάτι αυτό εφρουρείτι από 1000 Φωκείς αμφισβητήσιμης αξιοπιστίας. Ο Ξέρξης διέταξε αμέσως τον Υδάρνη να παραλάβει ένα εκλεκτό τμήμα του στρατού και να διαβεί το μονοπάτι νύχτα, με την κάλυψη του σκοταδιού.

Εκείνες τις ίδιες ώρες, ο ιερομάντης Μεγιστίας, άνδρας σώφρων και γενναίος, προφήτευε ότι το άλλο πρωί θα σήμαινε το τέλος των Ελλήνων …

Ο Υδάρνης εξετέλεσε με επιτυχία την αποστολή του. Οι Φωκείς «φρουροί» της Ανοπαίας, της οποίας η ύπαρξη ήταν ελάχιστα γνωστή στους υπόλοιπους Έλληνες, κατέφυγαν στα ψηλώματα και στην ασφάλεια μόλις αντίκρυσαν την ισχυρή περσική δύναμη να διαβαίνει το μονοπάτι. Οι περισσότεροι από τους Φωκείς καταλήφθησαν κοιμισμένοι. Οι Πέρσες απλά τους αγνόησαν. Είχαν άλλη αποστολή.

Το άλλο πρωί, οι ημεροσκόποι, που κατείχαν καίριες θέσειςστα βουνά και παρακολουθούσαν τα πάντα, ενημέρωσαν το Λεωνίδα ότι οι Πέρσες είχαν ήδη κυκλώσει τις ελληνικές θέσεις. Τότε ο Λεωνίδας συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο. Οι δυνάμεις του ελληνικού σώματος εκείνη την ώρα ήταν ίσως 6 – 7000 οπλίτες και άλλοι τόσοι, ίσως λιγότεροι «ψιλοί». Δεν υπήρχαν ανάμεσα στους ψιλούς ούτε Θράκες ούτε Σκύθες ούτε Ιλλυριοί. Όλοι ήταν Έλληνες από την κυρίως Ελλάδα. Ίσως οι πιο πολλοί ήσαν Λάκωνες και Μεσσήνιοι, λαός ευγενικό και καταδικασμένος, γόνοι προγόνων ηρώων και τώρα δουλοπάροικοι των Σπαρτιατών, που από φόβο και πολιτικό κυνισμό μάλλον παρά από φυλετική απώθηση, είχαν επινοήσει ένα πλέγμα απάνθρωπης μεταχείρισης των ειλώτων, που αποτέλεσε και το πιο μελανό στίγμα της κατά τα άλλα λαμπρής ιστορίας τους.

Ωστόσο οι είλωτες μετείχαν σε όλους τους πολέμους της Σπάρτης ως ψιλοί και ορισμένοι επιδείκνυαν τέτοια ανδρεία ώστε οι Σπαρτιάτες, δεσμευόμενοι από τα ίδια τους τα ήθη, τους απέδιδαν την ελευθερία τους, χωρίς ποτέ να πάψουν να τους φοβούνται για τους μεγάλους τους αριθμούς και τη μεγάλη τους ζωτικότητα. Λέγονταν αυτοί οι απελεύθεροι είλωτες «νεοδαμώδεις» ή «μόθωνες».

Ο Λεωνίδας έδιωξε όσους μπόρεσε, να πολεμήσουν κάπου αλλού κάποτε άλλοτε. Ο ίδιος και οι Σπαρτιάτες του είχαν την ευχέρεια χωρίς να παραβούν τους νόμους της Σπάρτης, να μετακινηθούν σε άλλες θέσεις, πιο πρόσφορες για άμυνα. Η επιλογή της θυσίας ήταν αυστηρά δική τους. Του Αγιάδη βασιλιά και των φίλων συμπολεμιστών του.

Ο Λεωνίδας είχε λόγους να αμφισβητεί τις επίσημες απόψεις της σπαρτιατικής ηγεσίας την ώρα εκείνη. Τυπικά, το γράμμα των νόμων της Σπάρτης απαγόρευε την πανστρατιά πριν από το πέρας της μεγάλης θρησκευτικής εορτής των Καρνείων.

Ουσιαστικά ο Λεωνίδας γνώριζε ένα ανώτερο νόμο, εκείνον που έλεγε «εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης». Με αυτόν είχε ζήσει, με αυτόν θα πέθαινε. Τη στενοκεφαλιά των συμπολιτών του, που μπορεί να περιείχε ακόμα και δόλο και πολιτικές σκοπιμότητες, δεν την καταράσθηκε. «Άφες αυτοίς» είπε. Του επέτρεψαν να φύγει με τους τριακόσιους άνδρες που εμπιστευόταν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Ίσως χάρηκαν που τον ξεφορτώθηκαν.

Για το Λεωνίδα, ένα και μόνο είχε πια σημασία :  να απολογηθεί για λογαριασμό της πατρίδας του ενώπιον της Ιστορίας. Όσο περισσότερο διαβάζει κάποιος την ιστορία των φοβερών εκείνων χρόνων, τόσο πιο έντονη αποκομίζει την αίσθηση ότι ο Λεωνίδας δεν είχε τυφλή εμπιστοσύνη στην ικανότητα αλλά και τη βούληση των ισχυρών της ημέρας να διαχειρισθούν την τιμή, το όνομα και την υπόληψη της Σπάρτης.

Όσο για τους λοιπούς Πελοποννησίους, εκείνοι ήταν ακόμα περισσότερο βυθισμένοι στο δικό τους κόσμο. Πλησίαζε ο χρόνος τελέσεως των Ολυμπιακών αγώνων, κατά τη διάρκεια των οποίων απαγορεύονταν οι εκστρατείες. Για πολλούς αυτή θα ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία αποφυγής της μετάβασης προς συνάντηση του εχθρού. Κάθε αναβολή στο μεταξύ τους βόλευε.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι, όποιες αποφάσεις πάρθηκαν στο στρατόπεδο των Ελλήνων, είχαν αποκλειστικά την πατρότητα του Λεωνίδα και των τριακοσίων συμπολεμιστών του. Το να προβούν σε έναν ελιγμό υποχώρησης δεν απαγορευόταν από τους νόμους της Σπάρτης. Τους τον απαγόρευε η συνείδησή τους.

Τους Πελοποννήσιους, που τόσο καλά είχαν πολεμήσει δυο μέρες μαζί του, ο Λεωνίδας τους έδιωξε. Έβλεπε ότι το μυαλό τους ήταν κολλημένο στην υπεράσπιση του Ισθμού. Ας πήγαιναν να προσφέρουν εκεί τις υπηρεσίες τους. Κράτησε κοντά του 400 Θηβαίους, που είχαν, όπως και οι λοιποί συμπολίτες τους, μηδίσει. Δεν τους εμπιστευόταν να τους αφήσει να φύγουν, ούτε καν να τους γυρίσει την πλάτη του.

Ένα απρόσμενο πρόβλημα αποτέλεσαν οι 700 Θεσπιείς υπό το Δημόφιλο, το γιο του Διαδρόμου. Δεν εννοούσαν με τίποτα να φύγουν. Ο Λεωνίδας δεν τους ήθελε κοντά του. Ήξερε ότι οι Θεσπιές, με την άσκοπη θυσία αυτών των 700, θα ερήμωναν ουσιαστικά από μάχιμους άνδρες. Τους ήθελε να κινηθούν νοτιότερα, να υπερασπισθούν τη μικρή τους πόλη, που θα έπεφτε εύκολα στα χέρια των Περσών, με τον αυξημένο κίνδυνο να αφανισθεί από προσώπου γης, αφού αρνήθηκε να μηδίσει.

Ο Δημόφιλος δεν άκουγε τίποτα από όλα αυτά. Οι Θεσπιείς, είπε, είχαν όση τιμή και οι Σπαρτιάτες. Δε σκόπευαν να κάνουν ούτε βήμα πίσω. Λιτά μας το μεταφέρει ο Ηρόδοτος :«Αρνήθηκαν φεύγοντας να απαλλάξουν από την παρουσία τους το Λεωνίδα και τους δικούς του και, αφού κατέμειναν,  πέθαναν μαζί τους».

Ο Λεωνίδας σεβάστηκε την παλληκαριά των Θεσπιέων του Δημόφιλου. Πεθάνετε λοιπόν μαζί μας, τους είπε. Και το πολεμικό συμβούλιο πήρε τέλος. Απόμενε η θυσία.

Γύρω στις 10 το πρωί, ο Λεωνίδας μίλησε για τελευταία φορά στους συμπολεμιστές του. Ανάμεσα στα όσα έσωσε η προφορική παράδοση αναφέρεται και τούτο : «Μη φάτε» τους είπε «τώρα, για να πολεμήσουμε καλύτερα. Το βράδυ θα φάμε στον Άδη με τους δικούς μας …»

Μπορούμε να φαντασθούμε τους Σπαρτιάτες να ανταλλάσσουν τον ύστατο χαιρετισμό. Μπορούμε να τους δούμε να γελάνε, να αστειεύονται ξεκινώντας για τη γιορτή του θανάτου. Να ακούσουμε το θρασύ Δηινέκη να διαμαρτύρεται ότι τελικά η σκιά από τα βέλη δεν ήταν ικανοποιητική. Και το βασιλιά να λέει : και τώρα πάμε να δείξουμε σ’ αυτούς τους ανόητους βαρβάρους όσα δε φαντάζονται ότι υπάρχουν. Και τη σπαρτιατική φάλαγγα, τους τριακόσιους φίλους και συμμαθητές, με το Λεωνίδα μπροστά από όλους, να χυμάει σαν άγριο θηρίο πάνω στο κέντρο της παράταξης των έκπληκτων Περσών κάτω από τους ήχους του παιάνα, ενώ οι αυλήτες και οι κυμβαλιστές δίνουν το ρυθμό στο τροχάδην των ανδρών, για να μην εμφανισθούν κενά στη συνοχή του τείχους των ασπίδων.

Ξοπίσω οι Θεσπιείς, συνεπαρμένοι από το ίδιο μεθύσι. Στην ανήμερη πολεμική κραυγή των Ελλήνων, σαν το μουγκρητό της τρικυμίας σηκώνεται η βουή από μυριάδες περσικά στόματα. Οι ευγενέστεροι των Περσών ξεχύνονται ολόισια καταπάνω στο Λεωνίδα, το μέγα τρόπαιο! Μεταξύ τους ο Αβροκόμης και οΥπεράνθης, ομοπάτριοι νεώτεροι αδελφοί του Ξέρξη. Ανάμεσα στους Έλληνες και τη θάλασσα καλπάζει ταχύτατα το ικανό περσικό ιππικό, για να εξασφαλίσει ότι κανένας δε θα μπορέσει να διαφύγει με πλωτό μέσο, ενώ το υπό τον Υδάρνη σώμα των αθανάτων έκανε την εμφάνισή του στα κοντινά πρανή του βουνού.

Ο Λεωνίδας δίνει το σύνθημα για την τελευταία πράξη του δράματος : έσχατο καθήκον των Ελλήνων είναι πια μόνο η μέγιστη δυνατή φθορά των Περσών. Η ώρα της εφόδου είναι η καλύτερη ώρα να πεθάνει ένας ανδρείος.

Τα περσικά δόρατα τρυπάνε το Λεωνίδα κατάστηθα, όχι στην πλάτη, και ο χρησμός που απαιτούσε το θάνατο ενός Σπαρτιάτη βασιλιά, εκπληρώνεται.

Γύρω από το σώμα του νεκρού αρχηγού γίνεται αγώνας λυσσώδης. Η παράδοση μιλάει για 4 εφόδους των Περσών που αποκρούσθηκαν. Οι Σπαρτιάτες παίρνουν πίσω το νεκρό του Λεωνίδα και ανεβαίνουν σε ένα χαμηλό λόφο, έναν κολωνό. Είναι κυκλωμένοι από παντού. Οι βαριές ασπίδες τους δεν αρκούν πια για να τους προστατέψουν από τη χάλαζα των βελών και των ακοντιστών, που δεν έρχονται μόνο από μία κατεύθυνση.

Ο Αβροκόμης και ο Υπεράθης, με ό,τι καλύτερο διαθέτει η βασιλική σωματοφυλακή, εφορμούν σα μανιακοί για να αρπάξουν το νεκρό του Λεωνίδα. Σκοτώνονται και οι δύο. Τα σπαρτιατικά όπλα, φτιαγμένα τέλεια, θαρρείς από τον ίδιο τον Ήφαιστο, ξεπερνάνε όλες τις αντοχές των μετάλλων τους και αρχίζουν να σκάνε.

Με ό,τι απομένει γερό μάχονται οι Σπαρτιάτες. Με στυλιάρια από δόρατα, με μισά σπαθιά, με πέτρες, με δόντια, με νύχια, μέχρι και ο τελευταίος να παραδώσει την ψυχή του στο έλεος των υποχθόνιων θεών. Τα κορμιά τους, στοιβαγμένα πάνω στο θυσιαστήριο, εξαφανισμένα από τα βέλη, τα ακόντια, τα δόρατα, περιβάλλονται από χιλιάδες χιλιάδων νεκρούς Πέρσες, που συνοδεύουν στον Άδη τις ψυχές των υπερασπιστών της πατρώας γης, ξένοι σε έναν ξένο, ακατανόητο κόσμο.

Στον κολωνό βασιλεύει μακάρια αρμονία.

Και μετά, ο Ξέρξης διατάζει την κακοποίηση του νεκρού του Λεωνίδα. Που όμως, καμία σημασία δεν είχε πια. Διότι ο Αγιάδης βασιλιάς δεν ήταν εκεί. Αφήνοντας το νεκρό του σώμα έρμαιο της τυφλής οργής του βάρβαρου, ο Λεωνίδας, ο γιος του Αναξανδρίδα, συμβασιλιάς της Σπάρτης, ποιμένας πολεμιστών και γόνος ηρώων, ποιητής και εραστής της ανδρείας και της αρετής, στεκόταν κιόλας στο βάθρο του. Ασάλευτος, σιωπηλός, με ένα αδιόρατο χαμόγελο κάτω από τη σκυθρωπή του περικεφαλαία. Εις τον αιώνα …

Aπολογισμός

Οι Θερμοπύλες δεν ήταν νίκη, ήταν ήττα. Πάνω από οτιδήποτε άλλο ήταν ήττα της ελληνικής στρατηγικής, που δεν είχε σαφείς προσανατολισμούς. Για να εμπλέξουν τον περσικό στόλο σε ναυμαχία στα στενά του Αρτεμίσιου, οι επικεφαλής του ελληνικού πολεμικού σχεδιασμού θυσίασαν τους υπερασπιστές των Θερμοπυλών. Αν στο στρατηγικά και τακτικά προνομιακό εκείνο σημείο είχαν διαθέσει 20-30000 πολεμιστές, το πιο πιθανό είναι ότι οι Περσικοί Πόλεμοι θα είχαν τελειώσει εκεί.

Ο Λεωνίδας διέκρινε ότι η θυσία των γενναίων ανδρών του μπορούσε να λειτουργήσει θετικά. Όχι μόνο για να περισωθεί η τιμή της Σπάρτης αλλά και – ίσως ακόμα πιο σημαντικό – για να περάσει σε φίλους και εχθρούς ένα καίριο μήνυμα :  ότι η Περσική αυτοκρατορία δε διέθετε τα ηθικά αποθέματα για να νικήσει τους Έλληνες.

Όλες οι μεγάλες δυνάμεις της Ιστορίας, χωρίς εξαίρεση, έφθασαν στο απόγειο της υλικής τους ισχύος ταυτόχρονα με την ύψιστη ανάπτυξη των ηθικών τους αξιών. Θα μπορούσαμε να πούμε, χωρίς μεγάλο κίνδυνο ιστορικού λάθους, ότι η μέγιστη ακμή μιας μεγάλης δύναμης βασιζόταν πάντα στο χαρακτήρα των ανθρώπων της.

Ο Μαραθώνας και οι Θερμοπύλες εκφράζουν το απόγειο του ηρωικού χαρακτήρα του Έλληνα της κλασικής περιόδου. Οι Πέρσες δεν είχαν να αντιπαρατάξουν τίποτα. Την πληροφορία αυτή ο Ξέρξης την πήρε από τις Θερμοπύλες.

Οι Πέρσες πέρασαν. Όλη η χώρα μέχρι την Αθήνα έπεσε στα χέρια τους. Η Αθήνα, της οποίας οι κάτοικοι είχαν εκκενώσει την πόλη και καταφύγει στην Τροιζήνα δύο μήνες νωρίτερα, πυρπολήθηκε. Τα πάθη των Ελλήνων πήραν τέλος χάρη στην παγίδευση και καταστροφή του περσικού στόλου στο ιερό στενό της Σαλαμίνας, εκεί που σώθηκε ο παγκόσμιος πολιτισμός και που τώρα φιγουράρουν σ’ όλη την έκταση της περιοχής διϋλιστήρια, τάνκερ, χοιροστάσια και παράγκες…

Μετά από τη Σαλαμίνα ο Ξέρξης έφυγε καταπτοημένος από το ήθος και την ευφυϊα ενός αντιπάλου, που οι εμπειρίες των Περσών δεν τους είχαν προετοιμάσει να αντιμετωπίσουν. Έμεινε ο αξιόπιστος πολέμαρχος Μαρδόνιος με 80.000 περίπου καλό στρατό. Στις Πλαταιές γνώρισε το τέλος του.

Σχεδόν την ίδια ώρα ο Λεωτυχίδας και ο Ξάνθιππος νίκησαν στη ναυμαχία της Μυκάλης τα υπολείμματα του περσικού στόλου στην πρώτη από ελληνικής πλευράς επιθετική επιχείρηση του πολέμου. Ήταν το έτος 479 π.Χ. Ο τόπος, το ακρωτήρι της Μυκάλης, πανάρχαιης γης της Ιωνίας, που τώρα πια δεν είναι Ελλάδα.

Καμιά αναφορά στους Περσικούς Πολέμους δεν είναι πλήρης χωρίς τη λίγο γνωστή αλλά εξαιρετικά σημαντική πτυχή της αντίστασης της ελληνικής Σικελίας στους Καρχηδόνιους συμμάχους και συνεργάτες των Περσών. Η επιχείρηση αυτή κατά του ελληνισμού δεν περιορίστηκε στην κυρίως Ελλάδα αλλά περιέλαβε και τη Μεγάλη Ελλάδα, χωρίς την υποταγή της οποίας ναυαγούσε το αρχικό σχέδιο του Δαρείου να μην αφήσει ελληνικούς πληθυσμούς εκτός της αυτοκρατορίας του, για να μη συνδράμουν τους εκτός στις εξεγέρσεις τους.

Στο 480 π.Χ. τεράστια δύναμη Καρχηδονιακού στόλου και στρατού αποβιβάστηκε στη Σικελία αλλά υπέστη συντριπτική ήττα από τον τύραννο των Συρακουσών Γέλωνα, ηγέτη σημαντικό, άξιο μεγαλύτερης φήμης και μελέτης, στην αποφασιστική μάχη της Ιμέρας. Είναι σωστό να λεχθεί ότι η μάχη της Ιμέρας, σχεδόν ταυτόχρονα με τη ναυμαχίας της Σαλαμίνας, έκρινε οριστικά την τύχη της Δύσης απέναντι στην επιθετικότητα της Ανατολής.

Η θυσία στις Θερμοπύλες, αντί να καταπτοήσει τους Έλληνες, γιγάντωσε το φρόνημά τους. Αυτό είναι σαφές και ιστορικά αποδεδειγμένο. Μία άλλη συνέπεια της θυσίας, λιγότερη φανερή και σχεδόν ανομολόγητη, είναι οι τύψεις εκείνων που έστειλαν το Λεωνίδα και τους συντρόφους του να πεθάνουν, ενώ με καλύτερη και πιο καθαρή τακτική και στρατηγική αντίληψη θα μπορούσαν να είχαν κάνει τις Θερμοπύλες ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον εισβολέα.

Το αθάνατο επίγραμμα του Σιμωνίδη του Κείου, γνώστη των πραγμάτων, επιδέχεται πολλές αναγνώσεις.

«Ὦ ξεῖν”, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι»

Ξένε, ανακοίνωσε στους Σπαρτιάτες ότι εδώ βρισκόμαστε, τηρώντας τις διαταγές τους».

Εκείνο το πειθόμενοι δεν είναι μονοσήμαντο. Μπορεί να σημαίνει «εδώ βρισκόμαστε πεσμένοι, πειθαρχώντας στα λόγια τους». (Δε λέει στους νόμους της Σπάρτη). Μπορεί να σημαίνει «επειδή τους πιστέψαμε» …  Μπορεί ακόμα και να περιέχει αδιόρατη προειδοποίηση ή και απειλή. «Εμείς ακούσαμε τα λόγια τους. Ας ακούσουν και αυτοί την πράξη μας». Με άλλα λόγια «φανείτε αντάξιοι από δω και πέρα»…

Ο Ηρόδοτος περηφανεύεται ότι ξέρει και αναγράφει τα ονόματα και των τριακοσίων πολεμιστών.

Επίλογος

Με τις Θερμοπύλες η σπαρτιατική θεώρηση του κόσμου φτάνει στο απόγειο της δόξας της. Από κει και πέρα αρχίζει μια αργή παρακμή, άδηλη στις πρώτες φάσεις της αλλά σταθερή, χωρίς αναστροφή. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος μοιάζει να δικαιώνει τη Σπάρτη, τουλάχιστον στο πολεμικό του μέρος, στην πραγματικότητα, όμως, είναι μια βαριά ήττα και των δύο μεγάλων, κυρίαρχων πόλεων, της Σπάρτης και της Αθήνας. Παράλληλα αποτελεί τη μεγαλύτερη τραγωδία του ελληνισμού μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης αλλά και μια ανυπολόγιστου βάθους και έκτασης συμφορά για το συνολικό παγκόσμιο πολιτισμό.

Η απόλυτα μοναδική θέση του Λεωνίδα και των 300 συντρόφων του στην Ιστορία έγκειται στο ότι με μία και μόνη, ασύγκριτης συμβολικής δύναμης πράξη, δικαίωσαν αιώνες σπαρτιατικού πολιτισμού και έγιναν οι πιο πειστικοί και δημόσιοι απολογητές του.

Δεν είναι υπερβολική η άποψη ότι, χωρίς τις Θερμοπύλες, η θέση της Σπάρτης στην παγκόσμια Ιστορία θα ήταν ασύγκριτα λιγότερο λαμπρή. Η ιδιαίτερα ευνοϊκή εκείνη συγκυρία έστησε ένα πανελλήνιο και πανανθρώπινο βωμό άφθαρτης ακτινοβολίας.

Αμέτρητοι Σπαρτιάτες έδωσαν κατά καιρούς χωρίς σκιά ενδοιασμού τη ζωή τους για τη Σπάρτη και τα ιδεώδη της. Η Ιστορία δεν τους ξέρει. Δεν έτυχε. Για το σπαρτιατικό τρόπο σκέψης ο Οθρυάδας ήταν ίσως μεγαλύτερος ήρωας από το Λεωνίδα. Για τον παγκόσμιο ο Λεωνίδας είναι μοναδικός.

Οι μεγάλοι Σπαρτιάτες πολέμαρχοι που διαδέχθηκαν το Λεωνίδα δεν είχαν την απλή, ατόφια, αδαμάντινη λάμψη του. Κάποιοι μάλιστα εξέφρασαν, με τρόπους άλλοτε άμεσους και κραυγαλέους, όπως ο Παυσανίας, άλλοτε έμμεσους και σχεδόν άδηλους, την έναρξη της παρακμιακής εκείνης διαδικασίας, την οποία ο Σπένγκλερ θεωρεί αυτονόητη και αναπόφευκτη για όλες τις δυνάμεις του δυτικού κόσμου.

Η κόπωση από την υπεράνθρωπη προσπάθεια μιας μικρής αριθμητικά δύναμης να κρατήσει με κύρια όπλα τον ηρωισμό και την απόλυτη αυταπάρνηση, τον έλεγχο πάνω σε ένα δυσανάλογα μεγάλο κομμάτι του υπόλοιπου ελληνισμού, έφθειρε τη Σπάρτη μετά από αιώνες ακμής.

Η θυσία του Λεωνίδα καθυστέρησε τη φθορά αυτή, ίσως 100 χρόνια ακόμα, αλλά δεν μπορούσε να την αποτρέψει. Οι Θερμοπύλες έγιναν για την τιμή της Σπάρτης, με έναν τρόπο θαυμαστό όμως ξεπέρασαν μέσα στους αιώνες το αρχικό τους νόημα, έγιναν ένα δράμα πρώτα πανελλήνιο και μετά παγκόσμιο. Αν οι Θερμοπύλες ήταν μόνο μια ένδοξη ήττα, η Ιστορία θα τις είχε τοποθετήσει πλάι σε ανάλογες ένδοξες ήττες. Αυτό δε συμβαίνει. Με κάποια έκπληξη συνειδητοποιούμε ότι οι Πλαταιές, όπου κερδήθηκε ολοκληρωτικά ο πόλεμος, δίπλα στις Θερμοπύλες αποτελούν ένα απλό υστερόγραφο.

Είναι ιστορικό γεγονός ότι ο Ιούλιος Καίσαρας, όταν αιώνες αργότερα βρέθηκε στις Θερμοπύλες, αναφώνησε ταραγμένος :«Τι άσκοπη σπατάληυπέροχου ανθρώπινου υλικού ! Ουδέποτε εγώ θα επιτρέψω να συμβεί κάτι τέτοιο !…». Ο μεγάλος Ρωμαίος στρατηλάτης ήταν θαυμαστής της Σπάρτης και σπουδαίος πολεμιστής αλλά το πρακτικό του ρωμαϊκό πνεύμα και ο κυνισμός του – που αποτελούν τις βάσεις της σύγχρονης δυτικής σκέψης –  δεν του επέτρεπαν να συλλάβει πώς μια ήττα μπορεί να είναι νίκη.

Τελικά είναι νίκη οι Θερμοπύλες ; Είναι κάτι περισσότερο. Είναι το μανιφέστο μιας πανανθρώπινης ιδεολογίας, αυτής των πολεμιστών. Οι πολεμιστές ανά τους αιώνες μοιράζονται μια κοινή πίστη, «μια θρησκεία της ανδρείας», υπαρκτή όσο και ο πόλεμος. Ο Λεωνίδας, βασιλιάς της Σπάρτης, είναι ο παγκόσμιος ιερέας της. Λατρεύθηκε από πολλούς που έζησαν με τον κώδικα  της υπεράσπισης της τιμής δια των όπλων. Πολλοί γενναίοι, πριν βγουν στη μάχη, προσευχήθηκαν στο πνεύμα του. Ο αινιγματικός Σπαρτιάτης πολέμαρχος ασκεί τη μυστηριακή του γοητεία πάνω σε κουλτούρες τόσο ριζικά διαφορετικές, όσο είναι π.χ. οι Ιάπωνες σαμουράι και οι Σκώτοι χαιλάντερς.

Οι 300 μαχητές του αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τα πιο επίλεκτα συντάγματα, που βάδισαν ποτέ στη μάχη. Ο μεσαιωνικός κώδικας της ευρωπαϊκής ιπποσύνης ανάγει τις ρίζες του στους υπερασπιστέςτων Θερμοπυλών Αλλά και έξω από τον κύκλο των πολεμιστών, οι 300 αποτελούν πηγή έμπνευσης. Ο καθημερινός άνθρωπος έχει ανάγκη από ηθικό απέναντι στο Μεγάλο Φόβο, το φόβο του θανάτου. Έχει ανάγκη από την πίστη ότι υπάρχουν και πράγματα ανώτερα από τη ζωή. Ο απλός άνθρωπος αντλεί θάρρος από το θάρρος τους, παίρνει απ’ αυτούς την απαραίτητη πληροφορία ότι υπάρχει η αρετή και δεν είναι απλά μια κούφια λέξη.

Οι 300 των Θερμοπυλών αποτελούν έναν από τους μεγάλους πανανθρώπινους θρύλους. Και ο Λεωνίδας είναι ένα από τα πιο άφθαρτα σύμβολά τους.

About these ads

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: