O ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΙΣ ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ – ΚΡΑΤΗ (8ος – 6ος αι. π.Χ.)

Πώς πολεμούσαν την αρχαϊκή εποχή οι ελληνικές πόλεις – κράτη ; Τι ήταν η φάλαγγα ; Γιατί οι Σπαρτιάτες, αν και ολιγάριθμοι, διέθεταν τον καλύτερο στρατό ; Πώς νίκησαν οι Έλληνες τους Πέρσες, αν και οι τελευταίοι υπερείχαν συντριπτικά σε αριθμούς και τεχνικά μέσα ;Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο και στη συνέχεια απαντήστε στις ερωτήσεις που περιέχονται στο ακόλουθο φύλλο εργασίας.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ (φύλλο εργασίας)


Πού ζούσαν τον 8ο με 6ο αιώνα π.Χ. οι Αρχαίοι Έλληνες ;


Όχι μόνο στην Ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και κατά μήκος των ακτών της σημερινής Τουρκίας και σε όλο το πλάτος της Μεσογείου μέχρι τη Σικελία, τη Νότια Ιταλία, ακόμη και μέχρι τη Νότια Γαλλία. Αν και οι περισσότερες πόλεις-κράτη και οι αποικίες τους έδειχναν να έχουν κοινή πολιτιστική ταυτότητα, πολιτικά συνήθως ήταν διαιρεμένες. Μπορούσαν να ενωθούν, για να αντιμετωπίσουν την απειλή ενός κοινού εχθρού, όπως κατά των Περσών.


Πόσο συχνά πολεμούσαν οι πρόγονοί μας ;


Οι πόλεις – κράτη της εποχής βρίσκονταν ουσιαστικά συνεχώς σε πόλεμο, άλλοτε σε μεγαλύτερο και άλλοτε σε μικρότερο βαθμό.

Οι κύριοι λόγοι για αυτήν την έκρυθμη κατάσταση ήταν φυσικά οικονομικοί. Οι ελληνικές πόλεις – κράτη στην μεγάλη τους πλειοψηφία αποτελούσαν κατεξοχήν αγροτικές οικονομίες. Πέρα από το εμπόριο, την βιοτεχνία και διάφορες χειρωνακτικές εργασίες (αγγειοπλάστες, ξυλουργοί, οικοδόμοι κτλ) η πλειοψηφία των κατοίκων ασχολούνταν με τη γεωργία.

Η ανάγκη των πόλεων – κρατών για εκτάσεις γόνιμης γης, τις έφερναν πολλές φορές σε σύγκρουση μεταξύ τους, ειδικά σε αμφισβητούμενες μεταξύ τους συνοριακές περιοχές.

Σε αυτές τις πολεμικές συγκρούσεις και όχι μόνο, πρωταγωνίστησαν οι οπλίτες, το κατεξοχήν βαρύ πεζικό της ελληνικής πολεμικής τέχνης.

Δείξε μου πώς πολεμάς να σου πω ποιος είσαι !


Ο τρόπος πολέμου και ο τύπος του στρατιώτη που επικράτησε αντανακλούσε τη βαθύτερη φιλοσοφία και ιδεολογία του κλασικού κόσμου.

Στη θέση των ομηρικών ηρώων εμφανίστηκε κατά τον 7ο αιώνα ο πειθαρχημένος Έλληνας οπλίτης της πόλης – κράτους που πολεμούσε πάντα μέσα από τις τάξεις της φάλαγγας για να προασπίσει την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας του.

Η αντίληψη της γενναιότητας και της στρατιωτικής ικανότητας επομένως άλλαξε κατά την κλασική εποχή. Το ατομικό ηρωικό μοντέλο αντικαταστάθηκε από το συλλογικό εκπαιδευμένο σώμα. Όπως αναφέρει και ο Ευριπίδης “γενναίος δεν είναι αυτός που αγωνίζεται επιδέξια με τόξα για την επίτευξη δόξας αλλά αυτός που κρατάει σταθερά τη θέση του στο πεδίο της μάχης και είναι έτοιμος να δεχτεί τις πληγές”.

Η φάλαγγα


Οι πόλεις-κράτη της Αρχαίας Ελλάδας επινόησαν ένα ξεχωριστό είδος θωρακισμένης δύναμης πεζικού, τους οπλίτες. Αυτοί οι πολίτες-μαχητές απέδειξαν την αξία τους κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. πρώτα κατά την απώθηση των εισβολέων Περσών και κατόπιν κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο που έφερε αντιμέτωπες την Αθήνα και τη Σπάρτη. Αναγνωρισμένοι ως οι καλύτεροι πεζοί στρατιώτες της εποχής τους, οι Έλληνες οπλίτες υπηρέτησαν αργότερα στον ακατανίκητο στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ως μισθοφόροι στην υπηρεσία των Αιγυπτίων και των Περσών.

Το να υπηρετούν ως οπλίτες ήταν ταυτόχρονα καθήκον και προνόμιο των ενήλικων ανδρών, οι οποίοι έχαιραν των πλήρων προνομίων ενός πολίτη. Ο οπλίτης φορούσε χοντρή, βαριά ορειχάλκινη πανοπλία, αποτελούμενη από θώρακα, περικνημίδες για την προστασία των κνημών και περικεφαλαία έφερε μεγάλη ασπίδα, δόρυ και βραχύ σιδερένιο ξίφος. Πολεμούσε σε στενό σχηματισμό μάχης, γνωστό ως φάλαγγα, συνήθως βάθους οκτώ οπλιτών, χρησιμοποιώντας το μακρύ δόρυ ως κύριο όπλο.

Μία πλήρης θωρακισμένη πανοπλία ήταν πολύ ακριβή και πέραν των οικονομικών δυνατοτήτων πολλών Αθηναίων, οι οποίοι παρουσιάζονταν μόνο με μέρος του προβλεπόμενου εξοπλισμού. Από την άλλη μεριά, οι πιο εύποροι πολίτες παρουσιάζονταν φορώντας την άριστης ποιότητας πανοπλία τους, για να δηλώσουν την κοινωνική τάξη τους. Όσοι ήταν πολύ φτωχοί για να κατέχουν οπλισμό πολύ συχνά κατέληγαν κωπηλάτες στον αθηναϊκό στόλο.

Η παραδοσιακή εξάσκησή τους στο τρέξιμο, την πάλη και σε άλλα ανταγωνιστικά αθλήματα παρείχε στους Έλληνες την κατάλληλη φυσική κατάσταση. Ήταν ελεύθεροι άνδρες, που πολεμούσαν για την πόλη και την τιμή τους, επιδεικνύοντας συχνά υψηλό επίπεδο ηθικού και αφοσίωση.

ΟΠΛΙΣΜΟΣ

1. ΑΣΠΙΔΑ (ΟΠΛΟΝ)

Το Όπλον(κυκλική Ασπίς διαμέτρου περίπου 90 εκ., απ’ όπου προκύπτει ο όρος Οπλίτης) επέτρεπε την διάταξη των ανδρών σε πυκνό σχηματισμό (φάλαγγα), ώστε να παρουσιάζεται στον εχθρό ένα τείχος από ασπίδες, ενώ οι οπλίτες διατηρούσαν την ευχέρεια βάδισης και χρήσης του δόρατος.

Η ασπίδα είχε στρογγυλό σχήμα με εσωτερική κοίλη και εξωτερική κυρτή επιφάνεια ώστε να εξοστρακίζονται τα εχθρικά χτυπήματα. Ήταν κατασκευασμένη από κομμάτια επεξεργασμένου ξύλου συνδεδεμένα μεταξύ τους τα οποία επικαλύπτονταν με δέρμα ενώ δεν έλειπαν και οι ενισχύσεις με μέταλλο. Η εξωτερική επιφάνεια της ασπίδας διακοσμούνταν με διάφορα μοτίβα ή εμβλήματα. Πολλοί οπλίτες άλειβαν την εξωτερική επιφάνεια της ασπίδας με λάδι ώστε αυτή να γυαλίζει στον ήλιο και να φαίνεται πιο εντυπωσιακή. Η ασπίδα ήταν προσδεμένη στο αριστερό χέρι του οπλίτη κατά τέτοιο τρόπο ώστε το βάρος της (7-8 κιλά, διάμετρος 90cm-1m) να μοιράζεται σε όλο το μήκος του (χεριού). Για την πρόσδεση στο αριστερό χέρι υπήρχε ο πόρπαξ, ένας ιμάντας στο εσωτερικό της ασπίδας.

2. ΚΡΑΝΟΣ

Το κράνος ήταν συνήθως κατασκευασμένο από χαλκό. Εσωτερικά έφερε υφασμάτινη επένδυση ώστε να μην ερεθίζεται το δέρμα της κεφαλής του οπλίτη από το μέταλλο αλλά και για την καλύτερη προσαρμογή του σε αυτήν. Πολλές φορές οι οπλίτες πριν φορέσουν το κράνος τους, τύλιγαν τα μαλλιά τους με υφασμάτινη ταινία για ακόμη καλύτερη σταθεροποίηση του κράνους στο κεφάλι τους. Το κράνος ήταν σχετικά φθηνό και μπορούσε να το αποκτήσει σχεδόν κάθε οπλίτης – πολίτης.

Υπήρχαν διάφοροι τύποι. Το κορινθιακό κράνος (αριστερή εικόνα) γεννήθηκε από την ανάγκη της πλήρης κάλυψης του προσώπου του οπλίτη κάτι το οποίο ήταν αναγκαίο για μια εκ του σύνεγγυς μάχη. Το κορινθιακό κράνος αποτελείται από δύο μεταλλικά τμήματα συγκολλημένα μεταξύ τους. Έχει δύο αμυγδαλωτές οπές για την όραση, επιρρίνιο για την προστασία της μύτης και μια κάθετη οπή ώστε να είναι δυνατή η αναπνοή του οπλίτη. Πολλές φορές το κορινθιακό κράνος, όπως και οι υπόλοιποι τύποι, έφερε στην κορυφή του υποδοχές για την τοποθέτηση εντυπωσιακών λοφίων που αποτελούνταν ως επί το πλείστον από τρίχες αλόγου οι οποίες ήταν βαμμένες με ζωηρά χρώματα. Αν και το λοφίο έδινε στον οπλίτη περισσότερο ανάστημα και γενικά τον έκανε να φαίνεται πιο επιβλητικό, μάλλον δεν ήτανκαι τόσο πρακτικό στη μάχη, δηλαδή ήταν άβολο. Το κορινθιακό κράνος έφερε πάνω του διάφορες διακοσμητικά μοτίβα, ειδικά τα κράνη των ευπορότερων πολιτών και ιδίως των στρατηγών ενώ ήταν και βαμμένο και για λόγους εντυπωσιασμού αλλά και προστασία από την οξείδωση.

3. ΘΩΡΑΚΑΣ

Οι αρχικοί θώρακες των οπλιτών ήταν συνήθως μεταλλικοί και άνηκαν στον τύπο “κωδωνόσχημος θώρακας” (αριστερή εικόνα). Ένας τέτοιος μεταλλικός θώρακας είχε πάχος κάτω από μισό εκατοστό προσφέροντας επαρκή προστασία του κορμού του οπλίτη. Αργότερα εμφανίστηκαν οι λινοθώρακες καθώς και οι μυώδεις μεταλλικοί θώρακες. Οι λινοθώρακες αποτελούνται από αλλεπάλληλα στρώματα λινού υφάσματος ενωμένα μεταξύ τους ώστε να δημιουργούν ένα αδιαπέραστο στρώμα πάχους περίπου 0,5 cm. Aρκετοί οπλίτες δεν εμπιστεύονταν την προστασία που τους παρείχε ο καθεαυτού λινοθώρακας για αυτό το λόγο τον θωράκιζαν με μεταλλικές φωλίδες ή λέπια καθώς και με μεταλλικά ελάσματα. Ο μυώδης μεταλλικός θώρακας έφερε πανω του ανάγλυφη αποτύπωση του ανδρικού σώματος και συνήθως τον φορούσαν αξιωματικοί.

Ο λινοθώρακας ήταν γενικά ο καταλληλότερος για το θερμό ελληνικό κλίμα (οι επιχειρήσεις λάμβαναν χώρα από τα μέσα άνοιξης έως αρχές του φθινοπώρου) και επίσης προσάρμοζε αρκετά καλά στο σώμα του οπλίτη.

4. ΞΙΦΟΣ

Το ξίφος είχε βοηθητικό ρόλο. Τα κύρια είδη ξιφών του οπλίτη ήταν δύο, το κλασσικό ελληνικό δίκοπο θλαστικό – νηκτικό ξίφος αλλά και η ελληνική κοπίδα. Το μήκος και των δύο ήταν περίπου πάνω κάτω μισό μέτρο. Μάλιστα η κοπίδα χρησιμοποιούνταν ιδίως από τους ιππείς καθώς ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική στον αποκοπή του κεφαλιού του εχθρού, καθώς ο ιππέας εφορμούσε με ταχύτητα.

5. ΠΕΡΙΚΝΗΜΙΔΕΣ

Oι περικνημίδες προσέφεραν προστασία του μπροστινού τμήματος του ποδιού περίπου έως το ύψος του γόνατου και ήταν κατασκευασμένες από λεπτό μεταλλικό έλασμα. Οι αρχικές περικνημίδες (8 – 6 π.Χ. αιων) ως προς την διακόσμηση ήταν απλές χωρίς ανάγλυφη αποτύπωση μυών και νευρώσεων όπως οι μεταγενέστερες (από αρχές 5 π.Χ. αιων. και μετά). Το μεγαλύτερο του μειονέκτημα ήταν ότι δεν προσέφεραν ευκινησία στο πεδίο της μάχης για αυτό το λόγο άλλωστε δεν ήταν λίγοι οι οπλίτες που δεν τις προτιμούσαν και αρκούνταν στην προστασία της ασπίδας για τα κάτω τους άκρα

6. ΔΟΡΥ (ΑΚΟΝΤΙΟ)

Το δόρυ αποτελούνταν από ένα ξύλινο στέλεχος μήκους περίπου 2 μέτρων στο ένα άκρο του οποίου τοποθετούνταν σιδερένια αιχμή μήκους 20 – 40 cm και στην άλλη άκρη ένα σιδερένιο τμήμα γνωστό ως σαυρωτήρας, που είχε ανάλογο μήκος και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική αιχμή σε περίπτωση που έσπαγε το τμήμα του δόρατος με την κύρια αιχμή. Συνήθως στο σημείο όπου ο οπλίτης έπιανε το δόρυ τοποθετούνταν ύφασμα ώστε το τελευταίο (δόρυ) να μη γλιστρά από τον ιδρώτα της παλάμης του οπλίτη.

Το δόρυ το χρησιμοποιούσε ο οπλίτης με το δεξί χέρι ανασηκωμένο προς τα πάνω ώστε να πραγματοποιεί κατωφερή πλήγματα στον αντίπαλο αλλά και για να μην τραυματίσει με τον σαυρώτηρα τους συμπολεμιστές που βρίσκονταν πίσω από αυτόν σε διάταξη φάλαγγας.

Τι ήταν η φάλαγγα ;  (κατά φάλαγγας μάχεσθαι)


Κατά την αρχαϊκή περίοδο διαμορφώθηκε ο τρόπος οργάνωσης και παράταξης της φάλαγγας κατά τη μάχη. Οι οπλίτες τοποθετούνταν ο ένας δίπλα στον άλλο σχηματίζοντας ένα τείχος με τις ασπίδες τους, ενώ οι ώμοι τους ακουμπούσαν μεταξύ τους. Λόγω του σχήματος και του τρόπου στήριξης της ασπίδας κάθε οπλίτης κάλυπτε το μισό από το σώμα του ενώ το υπόλοιπο μισό προστατευόταν από αυτόν που βρισκόταν δεξιά του.
Επομένως κάθε οπλίτης ήταν υπεύθυνος για την ασφάλεια του διπλανού και αν δείλιαζε θα έθετε σε κίνδυνο τη συνοχή ολόκληρης της φάλαγγας. Ο ρίψασπις, αυτός δηλαδή που έριχνε την ασπίδα του και τρεπόταν σε φυγή, άφηνε ακάλυπτο τον παραστάτη του και διευκόλυνε τον εχθρό να διασπάσει τη φάλαγγα. Γι’ αυτό ο ρίψασπις δεν ήταν απλώς δειλός, αλλά επικίνδυνος για τη συνοχή της φάλαγγας και σχεδόν συνώνυμος του προδότη. Πίσω από την πρώτη σειρά των οπλιτών παρατάσσονταν οι υπόλοιποι συμπολεμιστές τους σε βάθος συνήθως οκτώ ανδρών, αν και υπήρχε το ενδεχόμενο παράταξης σε αραιότερη ή πυκνότερη διάταξη από 4 έως 16 σειρές.

Γιατί πολεμούσαν με φάλαγγες ;

Η απάντηση βρίσκεται στη στρατιωτική λογική που ακολουθούσαν οι αρχαίοι Έλληνες. Σκοπός ενός πολέμου κατά την εποχή των ελληνικών πόλεων-κρατών δεν ήταν η απόλυτη καταστροφή της αντίπαλης πόλης αλλά η υποταγή της, ο εξαναγκασμός της στους επιθυμητούς όρους μιας συμφωνίας, η υφαρπαγή των οικονομικών πόρων της. Η ολοκληρωτική καταστροφή μιας πόλης θα τάραζε την ευαίσθητη ισορροπία του αρχαίου κόσμου, μία ισορροπία δυνάμεων που πράγματι όταν διαταράχθηκε με τις ακρότητες του Πελοποννησιακού πολέμου σήμανε την αρχή του τέλους για τον κλασικό πολιτισμό.

Οι οπλίτες προέρχονταν από τις μεσαίες τάξεις των ελεύθερων πολιτών, δηλαδή την πιο σημαντική και ανερχόμενη πολιτική δύναμη των πόλεων – κρατών. Οι οπλίτες, με εξαίρεση τους Σπαρτιάτες, δεν ήταν επαγγελματίες στρατιώτες. Ήταν πολίτες που έκαναν το χρέος τους προς την πατρίδα. Επομένως επιδίωξη των αρχαίων ήταν να αποφεύγουν τις πολύνεκρες μάχες, οι οποίες θα αποστερούσαν από την εκάστοτε πόλη το πιο ζωτικό οικονομικά και πολιτικά κομμάτι της: τη μεσαία τάξη.

Όταν μία παράταξη τρέπονταν σε φυγή οι αντίπαλοι στρατιώτες σπάνια την καταδίωκαν. Αυτό που προείχε ήταν η νίκη στη μάχη και όχι η διάλυση του εχθρού. Η πολεμική σύρραξη έπρεπε να είναι σύντομη, ευθεία, αποφασιστική και όχι αντίθετα μακροχρόνια, βασισμένη σε περίπλοκες τακτικές κινήσεις και αμφιλεγόμενη. Οι κανόνες με βάση τους οποίους οι Έλληνες διεξήγαν τους πολέμους τους διέπονταν από την αρχή της ελαχιστοποίησης της αιματοχυσίας χωρίς όμως την ίδια στιγμή να αποστερούν τη μάχη από το στοιχείο του προσωπικού αγώνα

Περιγραφή μάχης ανάμεσα σε φάλαγγες

Όταν συναντιούνταν οι στρατοί των πόλεων-κράτη, πρώτα θυσίαζαν στους θεούς και κατόπιν έπαιρναν θέση στις φάλαγγες ο ένας απέναντι στον άλλον, επιλέγοντας το πιο επίπεδο τμήμα του εδάφους – οι τακτικές της φάλαγγας δεν απέδιδαν καλά σε ανώμαλο έδαφος. Οι πιο έμπειροι πολεμιστές τοποθετούνταν στις πρώτες τρεις γραμμές της φάλαγγας και στην τελευταία, όπου καθήκον τους ήταν να παρεμποδίζουν την προσπάθεια εγκατάλειψης της μάχης όσων φοβόντουσαν. Πλήθος ακροβολιστών (στρατιώτες που χτυπούν από μακριά τους αντιπάλους πριν ξεκινήσει η κυρίως μάχη) γύρω από τις φάλαγγες παρενοχλούσε τον εχθρό με καταιγισμό λίθων, ακοντίων και βελών.

Η προέλαση μίας θωρακισμένης φάλαγγας προς επίθεση –στην οποία κάθε άνδρας έφερε την ασπίδα του στερεωμένη στον αριστερό βραχίονά του και το δόρυ στο δεξί χέρι του- ήταν μία τρομακτική εικόνα. Οι Σπαρτιάτες πρώτοι υιοθέτησαν ως έθιμο τον ψαλμό του παιάνα (πολεμικό άσμα) κατά τη διάρκεια της προέλασής τους, έθιμο που τελικά υιοθετήθηκε από τις περισσότερες ελληνικές δυνάμεις. Η ψαλμωδία ύμνων βοηθούσε τους άνδρες να αντιμετωπίζουν το απελπιστικό συναίσθημα τρωτότητας, καθώς το ισχυρό σοκ της σύγκρουσης με τον εχθρό πλησίαζε.  Μία προελαύνουσα φάλαγγα έτεινε να αποκλίνει προς τα δεξιά, καθώς «ο φόβος κάνει κάθε άνδρα να επιθυμεί να κάνει τα πάντα, ώστε να βρει προστασία για την εκτεθειμένη πλευρά του, πίσω από την ασπίδα του διπλανού του στα δεξιά, σκεπτόμενος ότι όσο πιο σφιχτά είναι στερεωμένες οι ασπίδες μεταξύ τους τόσο πιο ασφαλής θα είναι. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να χάσει η φάλαγγα το σφιχτό σχηματισμό της.

Κανείς σημερινός άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί πώς έμοιαζε μία μάχη ανάμεσα σε δύο φάλαγγες. Πραγματική κόλαση …


Βίντεο με αναπαράσταση μάχης μεταξύ φάλαγγας και Περσών (απο την ταινία 300)

Σε συγκεκριμένη απόσταση από τον εχθρό οι οπλίτες ξεσπούσαν σε ταχεία έφοδο εφορμώντας, βγάζοντας ταυτόχρονα μία οξύτατη πολεμική κραυγή. Κατόπιν, οι δύο φάλαγγες έπεφταν η μία πάνω στην άλλη, ασπίδα προς ασπίδα, με τους οπλίτες των πρώτων γραμμών να μπήγουν τα δόρατά τους στα κενά του αντίπαλου τείχους από ασπίδες. Σε κάποιο σημείο του αγώνα μέρος της φάλαγγας θα υποχωρούσε κάτω από την πίεση της επίθεσης. Καθώς ο σχηματισμός έσπαζε και οι άνδρες προσπαθούσαν να ξεφύγουν, οι βαριές απώλειες ήταν αναμενόμενες για την ηττημένη πλευρά. Φαίνεται ότι οι απώλειες στην πλευρά των νικητών έφταναν χαρακτηριστικά το πέντε τοις εκατό, συμπεριλαμβανομένου ενός μεγάλου ποσοστού οπλιτών των πρώτων σειρών, των ανδρών που είχαν εμπλακεί ενεργά στη μάχη. Στην πλευρά των νικημένων οι απώλειες έφταναν ενδεχομένως και το δεκαπέντε τοις εκατό των στρατιωτών στο πεδίο της μάχης, πολλοί από τους οποίους σφαγιάζονταν καθώς τρέπονταν σε φυγή.

Η ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ


Η Σπαρτιατική φάλαγγα, σε αντίθεση με άλλες οπλιτικές φάλαγγες στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο ένας στρατιωτικός σχηματισμός. Ως τέτοιος χρησιμοποιήθηκε κατά τους επεκτατικούς πολέμους στην Λακωνία και την Μεσσηνία (Ά & ΄Β Μεσσηνιακός Πόλεμος) αλλά και αργότερα, στα Μηδικά, τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, τους Πολέμους της Ηγεμονίας . Περαιτέρω, όμως, η Σπαρτιατική Φάλαγγα αποτελούσε και μια αστυνομική δύναμη πίσω στην Λακεδαίμονα. Οι Σπαρτιάτες Όμοιοι επιτηρούσαν διαρκώς πολυπληθέστερους πληθυσμούς Ειλώτων στην Λακωνία και την Μεσσηνία οι οποίοι δούλευαν τους κλήρους γης και κατασκεύαζαν τα όποια βιοτεχνικά προϊόντα είχε ανάγκη η Πόλη. Ο διαρκής φόβος μιας γενικευμένης εξέγερσης των Ειλώτων – που σε ορισμένες περιόδους έλαβε διαστάσεις υστερίας – οδήγησε τους Σπαρτιάτες σε διαρκή εκγύμναση και πολεμική ετοιμότητα. Επιπλέον, ποτέ στην ιστορία της Πόλης δεν εκστράτευσε μακριά από την Λακεδαίμονα το σύνολο της Σπαρτιατικής φάλαγγας. Πάντοτε ένα τμήμα της έμενε πίσω, ως αστυνομική δύναμη, ενώ για τον ίδιο λόγο απαγορευόταν να εκστρατεύσουν ταυτόχρονα εκτός συνόρων και οι δύο βασιλείς.

ΟΙ 300 ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ


Ο Σπαρτιάτης Οπλίτης, ο οποίος, σε αντίθεση με τους ερασιτέχνες συναδέλφους του των άλλων Ελληνικών Πόλεων, ασχολείτο σχεδόν αποκλειστικά με την στρατιωτική εκγύμναση, καθώς η εργασία των Ειλώτων τον είχε απελευθερώσει από βιοποριστικές ασχολίες. Ο Σπαρτιάτης Όμοιος είχε εισέλθει σε μια αυστηρότατη και απαιτητικότατη στρατιωτική ακαδημία, γνωστή ως Αγωγή από την ηλικία των επτά (7) ετών, είχε αποφοιτήσει από αυτήν επιτυχώς στην ηλικία των δεκαοκτώ (18) ετών, είχε ζήσει σε συσκηνίες και είχε δειπνήσει  λιτά στα συσσίτια με τους συντρόφους του (στα οποία μάλιστα ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει ο ίδιος το μερίδιο τροφής του) και είχε συμμετάσχει σε εκστρατείες χωρίς να ντροπιαστεί. Εφ’ όσον πληρούσε όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις στην ηλικία των τριάντα (30) ετών ονομαζόταν Όμοιος και αποκτούσε πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Οι άνδρες που στελέχωσαν την Σπαρτιατική φάλαγγα στις Θερμοπύλες και αλλού, δεν ήταν κοινοί Οπλίτες / Γεωργοί μιας Ελληνικής Πόλης. Διέθεταν αφ’ ενός σημαντικά μεγαλύτερες πολεμικές δεξιότητες ως άτομα και ως ομάδα και αφ’ ετέρου είχαν γαλουχηθεί σε όλη τους την ζωή από ένα σύστημα που τους έκανε γενναίους, πειθαρχημένους, ολιγαρκείς. Σε σχέση με τους αντιπάλους τους, λοιπόν, οι Σπαρτιάτες Οπλίτες ήταν επαγγελματίες του πολέμου και όχι ερασιτέχνες. Ήταν μάλιστα επαγγελματίες όχι με την σημερινή μισθοφορική έννοια του όρου, αλλά περιλαμβάνοντας και την έννοια του πλέον πιστού, αφοσιωμένου και ταγμένου στον κοινό σκοπό ανθρωπίνου δυναμικού. Έτσι μόνο ήταν δυνατόν να στελεχωθεί ένας σχηματισμός που μπορούσε να εκτελέσει αποστολές αδύνατες για άλλες οπλιτικές φάλαγγες με παρόμοιο οπλισμό και μέγεθος.

ΜΕΓΕΘΟΣ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ


Στην Σπαρτιατική φάλαγγα οπλιτών μετείχαν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της αρχαιότητας μόνο Σπαρτιάτες απόφοιτοι της Αγωγής με κλήρο γης. Έτσι το μέγεθος της φάλαγγας υπολογίζεται ότι δεν ξεπέρασε ποτέ τους 7,000 με 8,000 άνδρες, ενώ κατά την διάρκεια του 5ου π.Χ.  αΙώνα αυτός ο αριθμός άρχισε να μειώνεται δραματικά. Κατά την περίοδο μεταξύ 465/464 π.Χ. (καταστροφικός σεισμός που διόγκωσε το πρόβλημα της λειψανδρίας) και του 418 π.Χ. (Μάχη της Μαντινείας) εισήλθαν στην φάλαγγα για πρώτη φορά μη Σπαρτιάτες όμοιοι, περίοικοι και αργότερα απελευθερωμένοι ή υπό απελευθέρωση Είλωτες. Ο αριθμός των Σπαρτιατών που μετείχαν στην φάλαγγα μειωνόταν, ενώ αυτός των υπόλοιπων Λακεδαιμονίων (περίοικοι και νεοδαμώδεις) διαρκώς αυξανόταν για να καλυφθεί το κενό, πράγμα που εν μέρει αποτυπώνεται και στην σταδιακή μείωση της αποτελεσματικότητας της Σπαρτιατικής φάλαγγας ήδη από τα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα (Πελοποννησιακός Πόλεμος) και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ηγεμονίας (αρχές 4ου π.Χ. αιώνα). Πριν από την καταστροφική για την Πόλη Μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) υπολογίζεται ότι είχαν απομείνει μόνο 3,000 Σπαρτιάτες Όμοιοι.

ΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ


Η φάλαγγα, ωστόσο, δεν εκστράτευε μόνη της. Στην μάχη πλαισιωνόταν από Ψιλούς (ελαφρά οπλισμένους σφενδονήτες, τοξότες, ακοντιστές) ή και ελαφρύ ιππικό, ώστε να φυλάσσονται τα πλευρά της. Αυτές οι μονάδες που πλαισίωναν τη Σπαρτιατική φάλαγγα δε στελεχώνονταν από Σπαρτιάτες Ομοίους αλλά από Είλωτες, Περίοικους ή Μισθοφόρους. Στη Μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) παρατάχθηκαν 5,000 οπλίτες στην Σπαρτιατική φάλαγγα που πλαισιώνονταν από 35,000 Είλωτες σε ρόλους βοηθητικών και Ψιλών.

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ

Την απόλυτη αρχηγία της Σπαρτιατικής φάλαγγας κατά την εκστρατεία αναλάμβανε ένας εκ των δύο βασιλέων της Πόλης, καθείς εκ των οποίων εκστράτευε εκ περιτροπής και πολεμούσε μέσα στις τάξεις της φάλαγγας. Κάτω από τον βασιλέα ακολουθούσαν οι Πολέμαρχοι, καθένας εκ των οποίων διοικούσε μια Μόρα. Στον κάθε Πολέμαρχο αναφέρονταν οι τέσσερις Λοχαγοί των Λόχων του, ενώ σε κάθε έναν από αυτούς αναφέρονταν δύο Πεντηκόνταρχοι.Τέλος, κάθε Πεντηκόνταρχος διέθετε δύο Ενομωτάρχες που διοικούσαν τις υπ’ αυτών Ενομωτίες.

Είναι σημαντικό ότι στην Σπαρτιατική φάλαγγα οι διοίκηση ασκείτο από μπροστά. Δηλαδή κάθε Ενομωτάρχης διοικούσε την Ενομωτία του από την πρώτη γραμμή, όπως και οι Πεντηκόνταρχοι, οι Λοχαγοί κ.ο.κ.. Ο Βασιλεύς, ενώ λάμβανε την θέση του μέσα στις τάξεις της φάλαγγας, πλαισιωνόταν από τους Ιππείς μια επίλεκτη δύναμη 300 οπλιτών που αποτελούσαν την σωματοφυλακή του.

Για την καλύτερη μετάδοση των παραγγελμάτων και τον συντονισμό της φάλαγγας κάθε Ενομωτία διέθετε έναν Ουραγό που βάδισε τελευταίος, και σαλπιγκτές οι οποίοι σάλπιζαν παραγγέλματα.

Ο ΠΕΡΣΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ

Οι Πέρσες, όπως όλοι οι ανατολικοί λαοί, χρησιμοποιούσαν το ιππικό ως όπλο κρούσεως. Επίσης χρησιμοποιούσαν πολύ τους τοξότες, ώστε να προξενούν στον εχθρό τις μεγαλύτερες δυνατές απώλειες και σύγχυση πριν την εμπλοκή των πεζών.

Αθάνατοι: Δέκα χιλιάδες επίλεκτοι πεζοί του περσικού στρατού με περσική, μηδική και ελαμιτική καταγωγή. Ίσως πήραν την ονομασία τους από το σταθερό αριθμό των στρατιωτών, αφού πάντα οριζόταν αντικαταστάτης για όποιον στρατιώτη έπεφτε εν ώρα μάχης. Χίλιοι από τους στρατιώτες, με περσική αριστοκρατική καταγωγή, αποτελούσαν τη σωματοφυλακή του βασιλιά. Είχαν προνομιακή μεταχείριση, ήταν πλούσια ενδεδυμένοι και οπλισμένοι με  μικρό τόξο, κοντό ακόντιο, μικρό σπαθί ή μεγάλο μαχαίρι.

ΜΕΓΕΘΟΣ ΠΕΡΣΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ



Η Περσική αυτοκρατορία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να κινητοποιήσει  χιλιάδες στρατιώτες.Αν και ο  μόνιμος περσικός στρατός μέχρι τον 5ο αι. π.Χ., αποτελούνταν από άνδρες ιρανικής καταγωγής, στις εκστρατείες του Πέρση βασιλιά, όμως, υποχρεούνταν να λάβουν μέρος ως έκτακτοι οι άνδρες από 20 έως 50 ετών από τους υποτελείς λαούς, τις αυτόνομες περιοχές και τους συμμάχους (π.χ. Κιλικία, φοινικικές πόλεις, Άραβες). Το μέγεθος του βασιλικού στρατού  μπορούσε να  τρομοκρατήσει κάθε αντίπαλο…

CRASH TEST ΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ

ΕΛΛΗΝΑΣ ΟΠΛΙΤΗΣ

Χάλκινη πανοπλία (βάρους περίπου 33 κιλών)

Ικανότητα στη μάχη σώμα με σώμα (εκ του συστάδην μάχη)

Αγωνίζονται με πάθος για την ελευθερία ρους

ΠΕΡΣΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Ελευθερία κινήσεων

Ξύλινη ασπίδα

Απουσία πανοπλίας

Στήριξη σε τοξότες και ιππικό

Υπερτερούν αριθμητικά

Πολεμούν πιεζόμενοι


ΓΙΑΤΙ ΝΙΚΗΣΑΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ;

Γιατί όμως νίκησαν οι Έλληνες ; Η υπεροχή των βαρβάρων σε αριθμό ανδρών και σε οικονομικά μέσα ήταν ιλιγγιώδης. Οι Μήδοι και οι Περσες με πρόσφατες και τρομερές κατακτήσεις, άντρες ισχυροί στο σώμα, ούτε δειλοί ήταν ούτε ανίκανοι στην ένοπλη αναμέτρηση. Δεν είχαν όμως φτάσει στο τρομακτικό «μυστικό όπλο » που λέγεται αρχές και που βρίσκεται πίσω από κάθε «ανεξήγητη» επικράτηση των λίγων πάνω στους πολλούς. Οι αρχές που έκαναν ακαταμάχητους τους Σπαρτιάτες, ανίκητο τον Αλέξανδρο, ασυγκράτητους τους Ρωμαίους δεν ήταν απλά ακατανόητες στους Ασιάτες. Απουσίαζαν από τις σκέψεις τους. Οι αρχές αυτές δε γεννήθηκαν φυσικά τα χρόνια των Περσικών Πολέμων, υπάρχουν ήδη ξεκάθαρες στον Όμηρο. Μέσα από τον Έκτορα, τον ηρωικό, ευγενικό και καταδικασμένο υπερασπιστή της δύσμοιρης Τροίας, ο Όμηρος θέλησε να περάσει το υπέρτατο μήνυμα της φιλοπατρίας : ότι την πατρίδα σου δηλ. την υπερασπίζεσαι είτε μπορείς είτε δεν μπορείς να τη σώσεις! Οπότε απλά πεθαίνεις μαζί της. Η ιδέα  του ανθρώπου ο οποίος – σε πλήρη αντίθεση προς το ζώο – βάζει πάνω από τη ζωή του κάποια αγαθά ανώτερα από τον ίδιο, είναι καθαρά δημιούργημα των αρχαίων Ελλήνων. Την πληροφορία αυτή οι Πέρσες την πήραν στις Θερμοπύλες. Η περσική αυτοκρατορία, πολύ απλά, δε διέθετε τα ηθικά αποθέματα να νικήσει τους Έλληνες.

About these ads

3 Σχόλια to “O ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΙΣ ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ – ΚΡΑΤΗ (8ος – 6ος αι. π.Χ.)”

  1. Άριστη εργασία! Πολύ κατατοπιστική.

  2. Ωραία δομή, χρήσιμες πληροφοριές.
    ΜΠΡΑΒΟ!

  3. Reblogged this on BILLY FUN 8 and commented:
    ;Ένα φοβερό site !!! I loved it!!!

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: